Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
weltweit
01
παγκόσμιος, παγκόσμιας εμβέλειας
Was die ganze Welt betrifft oder in ihr existiert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er reist weltweit für seine Forschungen.
Ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο για τις έρευνές του.
Λεξικό Δέντρο
weltweit
welt
weit



























