die Welt
Pronunciation
/vɛlt/

Ορισμός και σημασία του "welt"στα γερμανικά

Die Welt
[gender: feminine]
01

κόσμος, σύμπαν

Die Erde und alles, was darauf existiert
die Welt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Welt
πληθυντικός τύπος
Welten
Παραδείγματα
Kinder sind die Zukunft der Welt.
Τα παιδιά είναι το μέλλον του κόσμου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store