weltweit
welt
ˈvɛlt
velt
weit
vaɪt
vait

Ορισμός και σημασία του "weltweit"στα γερμανικά

01

παγκόσμιος, παγκόσμιας εμβέλειας

Was die ganze Welt betrifft oder in ihr existiert 
weltweit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Dieses Problem ist ein weltweites Phänomen. 

Αυτό το πρόβλημα είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store