Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wenden
[past form: wendete]
01
στρίβω, γυρίζω
In die entgegengesetzte Richtung drehen oder fahren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wende
γ΄ ενικό πρόσωπο
wendet
ενεστώτα μετοχή
wendend
απλός αόριστος
wendete
παθητική μετοχή
gewendet
Παραδείγματα
Sie wendet sich um, wenn sie Geräusche hört.
Αυτή γυρίζει όταν ακούει θορύβους.
02
απευθύνομαι σε, επικοινωνώ με
Sich an jemanden oder etwas wenden, also um Hilfe oder Information bitten
Παραδείγματα
Sie wandte sich an ihre Eltern, um Rat zu bekommen.
Αυτή απευθύνθηκε στους γονείς της για να λάβει συμβουλές.
03
αναποδογυρίζω, γυρίζω
Etwas umdrehen oder von einer Seite auf die andere drehen
Παραδείγματα
Er wendete den Blick von ihr ab.
Αυτός γύρισε το βλέμμα του μακριά από αυτήν.



























