wettbewerbwochenzeitung
από 4
wettbewerbwochenzeitung
wettbewerb[n]

ανταγωνισμός,διαγωνισμός

wettbewerbswidrig[adj]
wetten[v]

στοιχηματίζω,ποντάρω

wetter[n]

καιρός,κλίμα

wetterbericht[n]

πρόγνωση καιρού,μετεωρολογική αναφορά

wetterumschwung[n]
wetterunabhängig[adj]
wettervorhersage[n]

πρόγνωση καιρού,μετεωρολογική πρόγνωση

wettkampf[n]

αγώνας,διαγωνισμός

wettlauf[n]
whiskey[n]

ουίσκι,ουίσκι

whiskey sour[n]

whiskey sour

wichtig[adj]

σημαντικός,σημαντικός

wickeltisch[n]

τραπέζι αλλαγής πάνας,τραπέζι για αλλαγή ρούχων

widder[n]
widerlegen[v]
widerruf[n]
widerrufen[v]
widersetzen[v]

αντιστέκομαι,αντιτίθεμαι

widerspiegeln[v]

αντανακλώ,απεικονίζω

widersprechen[v]

αντιφάσκω,αντιτίθεμαι

widerspruch[n]

αντίρρηση,αντίφαση

widerstand[n]
widerstehen[v]
widmen[v]

αφιερώνω τον εαυτό μου σε,αφιερώνομαι σε

wie[adv][conj]

πώς,με ποιον τρόπο • όπως

wie viel[adv]

πόσο,πόση

wie viele[adv]

πόσα,πόσες

wieder[adv]

ξανά,πάλι

wiederbeleben[v]
wiederbelebung[n]
wiederentdeckung[n]
wiedergeben[v]

επιστρέφω,αποδίδω

wiederholen[v]

επαναλαμβάνω

wiederholung[n]

επανάληψη,επαναλαμβανόμενο

wiedersehen[v][n]
wiedervereinigung[n]
wiederverwenden[v]
wiegen[v]

ζυγίζω,μετρώ το βάρος

wiehern[v]

χλιμιντρίζω

wiese[n]

λιβάδι,βοσκότοπος

wiesel[n]

νυφίτσα,κουνάβι

wieso[adv]

Γιατί,Για ποιο λόγο

wild[adj]

άγριος,άγριος

wildkatze[n]
wildnis[n]
wildschwein[n]
wildtier[n]

άγριο ζώο,θηρίο

wille[n]
willkürlich[adj]
wimmeln[v]

σφύζω,γεμίζω

wimper[n]

βλεφαρίδα,βλεφαρίδα

wimperntusche[n]

μάσκαρα,ριμέλ

wind[n]

άνεμος,αύρα

windig[adj]

θυελλώδης,με αέρα

windkraftanlage[n]
windpark[n]
windrad[n]
windsurfen[v]

κάνω windsurfing,ασχολούμαι με το windsurfing

winkel[n]

γωνία,γωνία

winken[v]

χαιρετώ με το χέρι,κάνω νόημα

winter[n]

χειμώνας,χειμερινή περίοδος

winterjacke[n]
winterkleidung[n]
winterschlaf[n]
winzig[adj]

μικροσκοπικός,πολύ μικρός

wir[pron]

εμείς,εμείς οι δύο

wirbel[n]
wirbeln[v]

στροβιλίζω,περιστρέφομαι γρήγορα

wirbelsäule[n]
wirbeltier[n]
wirken[v]

δρα,επιφέρει αποτέλεσμα

wirklich[adv][adj]

πραγματικά,πράγματι

wirklichkeit[n]

πραγματικότητα,αλήθεια

wirksam[adj]

αποτελεσματικός,ενεργός

wirkung[n]

αποτέλεσμα,επίδραση

wirkungslos[adj]
wirsing[n]
wirt[n]

οικοδεσπότης,ιδιοκτήτης

wirtschaft[n]

οικονομία,οικονομική δραστηριότητα

wirtschaftlich[adj]
wirtschaftsinformatik[n]
wirtschaftslage[n]
wirtschaftswunder[n]

οικονομικό θαύμα,οικονομική ανάκαμψη

wirtschaftszweig[n]
wischen[v]
wisent[n]
wissen[v][n]

ξέρω,γνωρίζω

wissenschaft[n]

επιστήμη,γνώση

wissenschaftler[n]

επιστήμονας,ερευνητής

wissenschaftlich[adj]

επιστημονικός

wissenschaftssprache[n]
witz[n]

αστείο,ανέκδοτο

witzig[adj]

αστείος,διασκεδαστικός

wo[adv]

πού,πού

woche[n]

εβδομάδα,εβδομαδιαίος

wochenende[n]

Σαββατοκύριακο,τέλος της εβδομάδας

wochentag[n]

καθημερινή,εργάσιμη ημέρα

wöchentlich[adv][adj]

εβδομαδιαία,κάθε εβδομάδα

wochenzeitung[n]

εβδομαδιαία εφημερίδα,εβδομαδιαίο

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή