wirksam
wirk
ˈvɪʁk
virk
sam
sa:m
sam

Ορισμός και σημασία του "wirksam"στα γερμανικά

01

αποτελεσματικός, ενεργός

Eine spürbare, gewünschte Veränderung oder ein positives Ergebnis bewirkend 
wirksam definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am wirksamsten
συγκριτικός βαθμός
wirksamer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Medizin, Wirkung, Ergebnis
Παραδείγματα
Dieses Medikament ist sehr wirksam gegen Kopfschmerzen. 

Αυτό το φάρμακο είναι πολύ αποτελεσματικό κατά των πονοκεφάλων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store