Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wirken
[past form: wirkte]
01
δρα, επιφέρει αποτέλεσμα
Eine spürbare Veränderung oder Wirkung hervorrufen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wirke
γ΄ ενικό πρόσωπο
wirkt
ενεστώτα μετοχή
wirkend
απλός αόριστος
wirkte
παθητική μετοχή
gewirkt
Παραδείγματα
Das Training wirkt sich positiv auf die Gesundheit aus.
Η προπόνηση επηρεάζει θετικά την υγεία.
02
εργάζομαι, ασκώ επάγγελμα
In einem bestimmten Beruf oder Tätigkeitsfeld aktiv sein
Παραδείγματα
Der Künstler wirkt in seinem Atelier.
Ο καλλιτέχνης ενεργεί στο εργαστήριό του.



























