wirken
Pronunciation
/ˈvɪʁkn̩/

Ορισμός και σημασία του "wirken"στα γερμανικά

wirken
01

δρα, επιφέρει αποτέλεσμα

Eine spürbare Veränderung oder Wirkung hervorrufen
wirken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wirke
γ΄ ενικό πρόσωπο
wirkt
ενεστώτα μετοχή
wirkend
απλός αόριστος
wirkte
παθητική μετοχή
gewirkt
Παραδείγματα
Das Training wirkt sich positiv auf die Gesundheit aus.
Η προπόνηση επηρεάζει θετικά την υγεία.
02

εργάζομαι, ασκώ επάγγελμα

In einem bestimmten Beruf oder Tätigkeitsfeld aktiv sein
wirken definition and meaning
Παραδείγματα
Der Künstler wirkt in seinem Atelier.
Ο καλλιτέχνης ενεργεί στο εργαστήριό του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store