wirken
wirken
vɪʁkng
virkng
winkenwerken

Ορισμός και σημασία του "wirken"στα γερμανικά

wirken
01

δρα, επιφέρει αποτέλεσμα

Eine spürbare Veränderung oder Wirkung hervorrufen 
wirken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wirke
γ΄ ενικό πρόσωπο
wirkt
ενεστώτα μετοχή
wirkend
απλός αόριστος
wirkte
παθητική μετοχή
gewirkt
Παραδείγματα
Die Medizin wirkt schnell gegen Schmerzen. 

Το φάρμακο δρα γρήγορα κατά του πόνου.

02

εργάζομαι, ασκώ επάγγελμα

In einem bestimmten Beruf oder Tätigkeitsfeld aktiv sein 
wirken definition and meaning
Παραδείγματα
Sie wirkt seit 10 Jahren als Ärztin in Berlin. 

Αυτή εργάζεται ως γιατρός στο Βερολίνο εδώ και 10 χρόνια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store