Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wirksam
01
αποτελεσματικός, ενεργός
Eine spürbare, gewünschte Veränderung oder ein positives Ergebnis bewirkend
Παραδείγματα
Händewaschen ist eine wirksame Methode, um sich vor Keimen zu schützen.
Το πλύσιμο των χεριών είναι μια αποτελεσματική μέθοδος για προστασία από μικρόβια.


























