Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wild
01
άγριος, άγριος
Ungezähmt, roh oder naturverbunden
Παραδείγματα
Das wilde Pferd läuft frei.
Το άγριο άλογο τρέχει ελεύθερα.
02
αγριεμένος, ταραγμένος
Mit heftiger, stürmischer oder unruhiger Bewegung
Παραδείγματα
Die wilden Wellen schlugen gegen das Boot.
Τα άγρια κύματα χτυπούσαν στη βάρκα.


























