wild
Pronunciation
/vɪlt/

Ορισμός και σημασία του "wild"στα γερμανικά

01

άγριος, άγριος

Ungezähmt, roh oder naturverbunden
wild definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am wildesten
συγκριτικός βαθμός
wilder
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das wilde Pferd läuft frei.
Το άγριο άλογο τρέχει ελεύθερα.
02

αγριεμένος, ταραγμένος

Mit heftiger, stürmischer oder unruhiger Bewegung
wild definition and meaning
Παραδείγματα
Die wilden Wellen schlugen gegen das Boot.
Τα άγρια κύματα χτυπούσαν στη βάρκα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store