wild
wild
vɪlt
vilt
mildbildschildgegrillt

Ορισμός και σημασία του "wild"στα γερμανικά

01

άγριος, άγριος

Ungezähmt, roh oder naturverbunden 
wild definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am wildesten
συγκριτικός βαθμός
wilder
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Löwe ist ein wildes Tier. 

Ο λιοντάρι είναι ένα άγριο ζώο.

02

αγριεμένος, ταραγμένος

Mit heftiger, stürmischer oder unruhiger Bewegung 
wild definition and meaning
Παραδείγματα
Das Meer war heute sehr wild. 

Η θάλασσα ήταν πολύ άγρια σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store