wissen
wi
ˈvɪ
vi
ssen
sən
sēn
wessen

Ορισμός και σημασία του "wissen"στα γερμανικά

wissen
01

ξέρω, γνωρίζω

Etwas im Kopf haben oder kennen 
wissen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
weiß
γ΄ ενικό πρόσωπο
weiß
ενεστώτα μετοχή
wissend
απλός αόριστος
wusste
παθητική μετοχή
gewusst
Παραδείγματα
Ich weiß die Antwort. 

Εγώ ξέρω την απάντηση.

02

μπορώ, είμαι σε θέση να

Die Fähigkeit haben, etwas zu tun 
wissen definition and meaning
Παραδείγματα
Ich weiß mit Computern umzugehen. 

Εγώ ξέρω πώς να χειρίζομαι υπολογιστές.

03

θυμάμαι, αναπολώ

Sich an etwas erinnern 
wissen definition and meaning
Παραδείγματα
Ich weiß noch ihren Namen. 

Ακόμη ξέρω το όνομά της.

01

Gesammelte Informationen und Kenntnisse 

das Wissen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Wissens
Παραδείγματα
Das Wissen der Menschheit wächst. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store