der wissenschaftler
wisse
ˈvɪs
βισ
nschaft
nʃaft
νσαφτ
ler
λ

Ορισμός και σημασία του "wissenschaftler"στα γερμανικά

Der Wissenschaftler
01

επιστήμονας, ερευνητής

Jemand, der forscht und neues Wissen entdeckt 
der Wissenschaftler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Wissenschaftler
αρσενικό ενικό
Wissenschaftler
θηλυκό ενικό
Wissenschaftlerin
neutral form
Wissenschaftler
γενική πτώση
Wissenschaftlers
Παραδείγματα
Der Wissenschaftler arbeitet an einem neuen Medikament. 

Ο επιστήμονας εργάζεται σε ένα νέο φάρμακο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store