wissen
Pronunciation
/ˈvɪsən/

Ορισμός και σημασία του "wissen"στα γερμανικά

wissen
01

ξέρω, γνωρίζω

Etwas im Kopf haben oder kennen
wissen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
weiß
γ΄ ενικό πρόσωπο
weiß
ενεστώτα μετοχή
wissend
απλός αόριστος
wusste
παθητική μετοχή
gewusst
Παραδείγματα
Er weiß nicht, was das ist.
Δεν ξέρει τι είναι αυτό.
02

μπορώ, είμαι σε θέση να

Die Fähigkeit haben, etwas zu tun
wissen definition and meaning
Παραδείγματα
Er weiß mit Kindern umzugehen.
Ξέρει πώς να συμπεριφέρεται στα παιδιά.
03

θυμάμαι, αναπολώ

Sich an etwas erinnern
wissen definition and meaning
Παραδείγματα
Er weiß genau, was passiert ist.
Αυτός ξέρει ακριβώς τι συνέβη.
Das Wissen
[gender: neuter]
01

Gesammelte Informationen und Kenntnisse

das Wissen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Wissens
Παραδείγματα
Ihr Wissen ist beeindruckend.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store