Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wissen
01
ξέρω, γνωρίζω
Etwas im Kopf haben oder kennen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
weiß
γ΄ ενικό πρόσωπο
weiß
ενεστώτα μετοχή
wissend
απλός αόριστος
wusste
παθητική μετοχή
gewusst
Παραδείγματα
Er weiß nicht, was das ist.
Δεν ξέρει τι είναι αυτό.
02
μπορώ, είμαι σε θέση να
Die Fähigkeit haben, etwas zu tun
Παραδείγματα
Er weiß mit Kindern umzugehen.
Ξέρει πώς να συμπεριφέρεται στα παιδιά.
03
θυμάμαι, αναπολώ
Sich an etwas erinnern
Παραδείγματα
Er weiß genau, was passiert ist.
Αυτός ξέρει ακριβώς τι συνέβη.
Das Wissen
[gender: neuter]
01
Gesammelte Informationen und Kenntnisse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Wissens
Παραδείγματα
Ihr Wissen ist beeindruckend.



























