Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wertvoll
01
πολύτιμος, αξιόλογος
Von hohem materiellen oder ideellem Wert
Παραδείγματα
Sein Rat erwies sich als äußerst wertvoll.
Η συμβουλή του αποδείχθηκε εξαιρετικά πολύτιμη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πολύτιμος, αξιόλογος