wertvoll
Pronunciation
/ˈvɛɐ̯tfɔl/

Ορισμός και σημασία του "wertvoll"στα γερμανικά

01

πολύτιμος, αξιόλογος

Von hohem materiellen oder ideellem Wert
wertvoll definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am wertvollsten
συγκριτικός βαθμός
wertvoller
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sein Rat erwies sich als äußerst wertvoll.
Η συμβουλή του αποδείχθηκε εξαιρετικά πολύτιμη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store