ungelesenunumgänglich
από 4
ungelesenunumgänglich
ungelesen[adj]
ungepflegt[adj]
ungerade[adj]

περιττός,μη ζυγός

ungerecht[adj]
ungewöhnlich[adj]
ungezwungen[adj]

χαλαρός,φυσικός

ungläubig[adj]

άπιστος,αθεϊστής

unglaublich[adj]

απίστευτος,εκπληκτικός

unglück[n]

ατύχημα,δυστύχημα

unglücklich[adj]
unheimlich[adj]

τρομακτικός,ανησυχητικός

uniform[n]

στολή

universalist[n]

γενικιστής,πολυδύναμο άτομο

universität[n]

πανεπιστήμιο,σχολή

universum[n]

σύμπαν,κόσμος

unkonventionell[adj]

ασυνήθιστος,μη συμβατικός

unkraut[n]

ζιζάνιο,αγριόχορτο

unkritisch[adj]
unlauter[adj]
unlesbar[adj]
unmarkiert[adj]
unmenge[n]

τεράστια ποσότητα,τεράστιο πλήθος

unmittelbar[adj]

άμεσος,απευθείας

unmittelbarkeit[n]
unmöglich[adj]

αδύνατος

unordentlich[adj]
unordnung[n]
unpassend[adj]
unpraktisch[adj]
unpünktlich[adj]

αργοπορημένος,καθυστερημένος

unruhe[n]
uns[pron]

μας

unsachlich[adj]

μη αντικειμενικός,μη επαγγελματικός

unschlagbar[adj]

ανίκητος,απαράμιλλος

unser[det][pron]

δικός μας,δική μας • δικός μας,δική μας

unsicherheit[n]

αβεβαιότητα,έλλειψη αυτοπεποίθησης

unsportlich[adj]

μη αθλητικός,αθλητικά ανίκανος

unten[adv]

κάτω,παρακάτω

unter[prep][adj]

κάτω από,υπό • κάτω,χαμηλός

unter anderem[phrase]
unterarm[n]

πρόχειρο,κάτω μέρος του βραχίονα

unterart[n]
unterbinden[v]
unterbrechen[v]

διακόπτω,αναστέλλω

unterbringen[v]
unterbringung[n]

διαμονή,φιλοξενία

unterbrustweite[n]
unterdrückung[n]

καταπίεση,καταστολή

untereinander[adv]

ο ένας κάτω από τον άλλο,τοποθετημένοι το ένα πάνω στο άλλο

unterfangen[n]

επιχείρηση,έργο

untergang[n]

πτώση,κατάρρευση

untergliedern[v]
unterhalten[v]

συζητώ, κουβεντιάζω

unterhaltend[adj]
unterhaltsam[adj]

διασκεδαστικός,αστείος

unterhaltszahlung[n]
unterhaltung[n]

συνομιλία,συνδιάλεξη

unterhaltungselektronik[n]
unterhemd[n]

εσώρουχο,αμάνικο

unterhose[n]

σλιπ,εσώρουχο

unterirdisch[adj]

υπόγειος,υπόγεια

unterkunft[n]

διαμονή,καταλύματα

unterlage[n]

έγγραφο,πιστοποιητικό

unterlassen[v]

απέχω,αποφεύγω

unterlippe[n]

κάτω χείλος,το χείλος από κάτω

untermauern[v]
unternehmen[n][v]

εταιρεία,επιχείρηση • αναλαμβάνω,πραγματοποιώ

unternehmenskultur[n]

εταιρική κουλτούρα,οργανωσιακή κουλτούρα

unternehmer[n]

επιχειρηματίας,μεγαλοεπιχειρηματίας

unternehmung[n]
unterricht[n]

μάθημα,τάξη

unterrichten[v]

διδάσκω,εκπαιδεύω

unterrichtsausfall[n]
untersagen[v]

απαγορεύω,απαγορέυω

untersagt[adj]

απαγορευμένος,απαγορευμένο

unterschätzen[v]

υποτιμώ,αποτιμώ λιγότερο

unterscheiden[v]

διακρίνω

unterschieben[v]
unterschied[n]

διαφορά

unterschiedlich[adj]

διαφορετικός,διακριτός

unterschreiben[v]

υπογράφω,βάζω υπογραφή

unterschrift[n]

υπογραφή,συνομολόγηση

untersetzt[adj]
unterstreichen[v]

υπογραμμίζω

unterstrich[n]
unterstützen[v]

υποστηρίζω

unterstützung[n]

υποστήριξη,βοήθεια

untersuchen[v]

εξετάζω,επισκοπώ

untersuchung[n]

εξέταση,συμβουλευτική

untersuchungsergebnis[n]
untertasse[n]
untertitel[n]
unterton[n]
unterwäsche[n]

εσώρουχα,κάτω ρούχα

unterwegs[adv]

στο δρόμο,εν κινήσει

untrennbar[adj]
untreue[n]

απιστία,προδοσία

unübertroffen[adj]

ανυπέρβλητος,ασύγκριτος

unüblich[adj]

ασυνήθιστος,ασυνήθης

unumgänglich[adj]
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή