Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unpünktlich
01
ακατάλληλος στην ώρα, αργοπορημένος
Nicht zur vereinbarten Zeit kommen oder etwas nicht rechtzeitig tun
Παραδείγματα
Wir sollten unpünktliche Gäste höflich erinnern.
Πρέπει να υπενθυμίζουμε ευγενικά τους μη έγκαιρους επισκέπτες.
02
αργοπορημένος, καθυστερημένος
später als erwartet oder geplant eintreffend


























