unmöglich
u
ˈʊ
oo
nmög
ˌnmø:k
nmeuk
lich
lɪç
lich

Ορισμός και σημασία του "unmöglich"στα γερμανικά

unmöglich
01

αδύνατος

Etwas, das nicht geschehen oder erreicht werden kann 
unmöglich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am unmöglichsten
συγκριτικός βαθμός
unmöglicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Möglichkeit, Situation
Παραδείγματα
Es ist unmöglich, ohne Wasser zu leben. 

Είναι αδύνατο να ζήσεις χωρίς νερό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store