Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unterscheiden
01
διακρίνω
Den Unterschied zwischen zwei oder mehreren Dingen erkennen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
unter
βασικό ρήμα
scheiden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
unterscheide
γ΄ ενικό πρόσωπο
unterscheidet
ενεστώτα μετοχή
unterscheidend
απλός αόριστος
unterschied
παθητική μετοχή
unterschieden
Παραδείγματα
Der Arzt kann verschiedene Krankheiten gut unterscheiden.
Ο γιατρός μπορεί να διακρίνει καλά διάφορες ασθένειες.



























