Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Unternehmer
01
επιχειρηματίας, μεγαλοεπιχειρηματίας
Jemand, der eine Firma gründet oder leitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
κύριο
πληθυντικός τύπος
Unternehmer
αρσενικό ενικό
Unternehmer
θηλυκό ενικό
unternehmerin
neutral form
Unternehmensleitung
γενική πτώση
Unternehmers
Παραδείγματα
Der Unternehmer gründete sein erstes Unternehmen mit 25 Jahren.
Ο επιχειρηματίας ίδρυσε την πρώτη του εταιρεία σε ηλικία 25 ετών.
LanGeek



























