der unternehmer
unternehmer
ʊntɐne:mɐ
oontnem

Ορισμός και σημασία του "unternehmer"στα γερμανικά

Der Unternehmer
01

επιχειρηματίας, μεγαλοεπιχειρηματίας

Jemand, der eine Firma gründet oder leitet 
der Unternehmer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
κύριο
πληθυντικός τύπος
Unternehmer
αρσενικό ενικό
Unternehmer
θηλυκό ενικό
unternehmerin
neutral form
Unternehmensleitung
γενική πτώση
Unternehmers
Παραδείγματα
Der Unternehmer gründete sein erstes Unternehmen mit 25 Jahren. 

Ο επιχειρηματίας ίδρυσε την πρώτη του εταιρεία σε ηλικία 25 ετών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store