der Unternehmer
Pronunciation
/ʊntɐˈneːmɐ/

Ορισμός και σημασία του "unternehmer"στα γερμανικά

Der Unternehmer
01

επιχειρηματίας, μεγαλοεπιχειρηματίας

Jemand, der eine Firma gründet oder leitet
der Unternehmer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Unternehmers
πληθυντικός τύπος
Unternehmer
κύριο
Παραδείγματα
Der Unternehmer stellte zehn neue Mitarbeiter ein.
Ο επιχειρηματίας προσέλαβε δέκα νέους υπαλλήλους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store