Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Unternehmer
01
επιχειρηματίας, μεγαλοεπιχειρηματίας
Jemand, der eine Firma gründet oder leitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Unternehmers
πληθυντικός τύπος
Unternehmer
κύριο
Παραδείγματα
Der Unternehmer stellte zehn neue Mitarbeiter ein.
Ο επιχειρηματίας προσέλαβε δέκα νέους υπαλλήλους.



























