Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unterwegs
01
στο δρόμο, εν κινήσει
Bezeichnet, dass man sich auf einer Reise oder einem Weg befindet
Παραδείγματα
Kannst du mir sagen, ob der Zug schon unterwegs ist?
Μπορείς να μου πεις αν το τρένο είναι ήδη στο δρόμο ;


























