untersuchen
Pronunciation
/ʊntɐˈzuːxn̩/

Ορισμός και σημασία του "untersuchen"στα γερμανικά

untersuchen
01

εξετάζω, επισκοπώ

Genau ansehen, ob jemand krank ist
untersuchen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
unter
βασικό ρήμα
suchen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
untersuche
γ΄ ενικό πρόσωπο
untersucht
ενεστώτα μετοχή
untersuchend
απλός αόριστος
untersuchte
παθητική μετοχή
untersucht
Παραδείγματα
Bitte untersuchen Sie meinen Rücken.
Παρακαλώ εξετάστε την πλάτη μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store