Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Unterkunft
[gender: feminine]
01
διαμονή, καταλύματα
Ein Ort, an dem man vorübergehend wohnt oder übernachtet
Παραδείγματα
Gibt es eine Unterkunft in der Nähe?
Υπάρχει διαμονή κοντά;
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διαμονή, καταλύματα