Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unterirdisch
01
υπόγειος, υπόγεια
Unter der Erde befindlich oder stattfindend
Παραδείγματα
Pilze wachsen oft in unterirdischen Höhlen.
Τα μανιτάρια συχνά μεγαλώνουν σε υπόγεια σπήλαια.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
υπόγειος, υπόγεια