Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Unterhaltung
[gender: feminine]
01
συνομιλία, συνδιάλεξη
Eine mündliche Kommunikation zwischen Personen
Παραδείγματα
Er sucht immer eine Unterhaltung, wenn er nervös ist.
Αναζητά πάντα μια συζήτηση όταν είναι νευρικός.
02
ψυχαγωγία, διασκέδαση
Etwas, das Freude macht oder beschäftigt
Παραδείγματα
Seine Witze sorgen immer für gute Unterhaltung.
Τα αστεία του παρέχουν πάντα καλή ψυχαγωγία.
03
συντήρηση, συντήρηση
Die Pflege oder Wartung von Dingen, um sie funktionsfähig zu halten
Παραδείγματα
Ohne gute Unterhaltung funktionieren Geräte nicht richtig.
Χωρίς καλή συντήρηση, οι συσκευές δεν λειτουργούν σωστά.


























