Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Unterhaltung
01
συνομιλία, συνδιάλεξη
Eine mündliche Kommunikation zwischen Personen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Unterhaltungen
γενική πτώση
Unterhaltung
Παραδείγματα
Ich habe eine interessante Unterhaltung mit einem Politiker.
Είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με έναν πολιτικό.
02
ψυχαγωγία, διασκέδαση
Etwas, das Freude macht oder beschäftigt
Παραδείγματα
Die Unterhaltungssendungen haben die besten Sendezeiten.
Οι εκπομπές ψυχαγωγίας έχουν τις καλύτερες ώρες προβολής.
03
συντήρηση, συντήρηση
Die Pflege oder Wartung von Dingen, um sie funktionsfähig zu halten
Παραδείγματα
Die Zahlungen für die Unterhaltung müssen reduziert werden.
Οι πληρωμές για τη συντήρηση πρέπει να μειωθούν.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unterhaltung
unter
haltung



























