das unglück
ung
ˈʊng
oong
lück
lʏk
luk

Ορισμός και σημασία του "unglück"στα γερμανικά

01

ατύχημα, δυστύχημα

Ein unerwartetes, meist negatives Ereignis, das Schaden oder Leid verursacht 
das Unglück definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Unglücke
γενική πτώση
Unglück(e)s
Παραδείγματα
Das Unglück passierte gestern auf der Autobahn. 

Η δυστυχία συνέβη χθες στον αυτοκινητόδρομο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store