Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ungeklärt
01
ακατέργαστος, μη καθαρισμένος
Nicht durch Klärprozesse gereinigt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ungeklärtesten
συγκριτικός βαθμός
ungeklärter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das ungeklärte Abwasser floss direkt in den See.
Τα ακατέργαστα λύματα ρέουν απευθείας στη λίμνη.
02
αδιευκρίνιστος, ανεξήγητος
Ohne klare Antwort
Παραδείγματα
Sein Tod bleibt ungeklärt.
Ο θάνατός του παραμένει αδιευκρίνιστος.



























