Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ungeklärt
01
ακατέργαστος, μη καθαρισμένος
Nicht durch Klärprozesse gereinigt
Παραδείγματα
Ungeklärte Industrieabwässer sind eine Umweltgefahr.
Τα μη επεξεργασμένα βιομηχανικά λύματα αποτελούν περιβαλλοντικό κίνδυνο.
02
αδιευκρίνιστος, ανεξήγητος
Ohne klare Antwort
Παραδείγματα
Der Ursprung des Signals aus dem All ist noch ungeklärt.
Η προέλευση του σήματος από το διάστημα παραμένει αδιευκρίνιστη.


























