Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ungebremst
01
αχαλίνωτος, χωρίς φρένα
Ohne Verlangsamung, Einschränkung oder Kontrolle weitergehend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ungebremstesten
συγκριτικός βαθμός
ungebremster
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die ungebremste Begeisterung der Fans übertraf alle Erwartungen.
Ο αχαλίνωτος ενθουσιασμός των θαυμαστών ξεπέρασε όλες τις προσδοκίες.
02
χωρίς φρένα, αφρένιαστος
Ohne funktionierende Bremsen
Παραδείγματα
Das Fahrrad war ungebremst – eine gefährliche Situation!
Το ποδήλατο ήταν χωρίς φρένα – μια επικίνδυνη κατάσταση!



























