Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ungebremst
01
αχαλίνωτος, χωρίς φρένα
Ohne Verlangsamung, Einschränkung oder Kontrolle weitergehend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ungebremstesten
συγκριτικός βαθμός
ungebremster
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Wirtschaft hatte ungebremste Expansion.
Η οικονομία γνώρισε ανεξέλεγκτη επέκταση.
02
χωρίς φρένα, αφρένιαστος
Ohne funktionierende Bremsen
Παραδείγματα
Er fuhr mit seinem Wagen ungebremst an einen Baum.
Οδήγησε το αυτοκίνητό του χωρίς φρένα σε ένα δέντρο.



























