ungebremst
un
ˈʊn
oon
geb
ˌgəb
gēb
remst
ʁɛmst
remst

Ορισμός και σημασία του "ungebremst"στα γερμανικά

ungebremst
01

αχαλίνωτος, χωρίς φρένα

Ohne Verlangsamung, Einschränkung oder Kontrolle weitergehend 
ungebremst definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ungebremstesten
συγκριτικός βαθμός
ungebremster
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Wirtschaft hatte ungebremste Expansion. 

Η οικονομία γνώρισε ανεξέλεγκτη επέκταση.

02

χωρίς φρένα, αφρένιαστος

Ohne funktionierende Bremsen 
Παραδείγματα
Er fuhr mit seinem Wagen ungebremst an einen Baum. 

Οδήγησε το αυτοκίνητό του χωρίς φρένα σε ένα δέντρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store