Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Unglück
01
ατύχημα, δυστύχημα
Ein unerwartetes, meist negatives Ereignis, das Schaden oder Leid verursacht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Unglück(e)s
πληθυντικός τύπος
Unglücke
Παραδείγματα
Das Unglück passierte gestern auf der Autobahn.
Η δυστυχία συνέβη χθες στον αυτοκινητόδρομο.



























