Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
virer
01
πετώ, απαλλάσσομαι από
jeter ou se débarrasser de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vire
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
virons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
virerai
παθητική μετοχή
viré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
virions
Παραδείγματα
Il a viré les vieux journaux de la table.
Πέταξε τις παλιές εφημερίδες από το τραπέζι.
02
μεταφέρω, καταθέτω
transférer de l'argent d'un compte à un autre
Παραδείγματα
Il a viré de l'argent sur le compte de sa sœur.
Μετέφερε χρήματα στον λογαριασμό της αδερφής του.
03
απολύω, διώχνω από τη δουλειά
renvoyer quelqu'un d'un emploi
Παραδείγματα
Il a été viré pour avoir manqué plusieurs jours de travail.
Απολύθηκε επειδή απουσίασε από την εργασία για αρκετές ημέρες.
04
αλλάζω χρώμα, στρίβω
changer de couleur, souvent progressivement ou par réaction
Παραδείγματα
Les feuilles virent au rouge à l'automne.
Τα φύλλα γίνονται κόκκινα το φθινόπωρο.



























