Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vague
01
ασαφής, αόριστος
qui n'est pas clair ou précis, difficile à comprendre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus vague
συγκριτικός βαθμός
plus vague
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vague
αρσενικό πληθυντικό
vagues
θηλυκό ενικό
vague
θηλυκό πληθυντικό
vagues
Παραδείγματα
Son souvenir de l' événement est encore vague.
Η ανάμνησή του για το γεγονός είναι ακόμα ασαφής.
02
συνηθισμένος, κοινός
qui est ordinaire, banal ou sans originalité
Παραδείγματα
Elle a donné une explication vague sans détail.
Έδωσε μια ασαφή εξήγηση χωρίς λεπτομέρειες.
La vague
[gender: feminine]
01
κύμα, κυματισμός
une ondulation ou une crête de l'eau de la mer
Παραδείγματα
Le bruit des vagues est très apaisant.
Ο ήχος των κυμάτων είναι πολύ χαλαρωτικός.
02
ασάφεια, αοριστία
un manque de précision ou de clarté dans une idée ou une situation
Παραδείγματα
Son idée reste dans le vague sans détail concret.
Η ιδέα του παραμένει στο αόριστο χωρίς συγκεκριμένες λεπτομέρειες.
03
κύμα, κυματισμός
un mouvement ou une poussée, souvent d'eau ou de foule
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
vagues
Παραδείγματα
Une vague de panique a envahi la foule.
Ένα κύμα πανικού κατέλαβε το πλήθος.



























