vacciner
va
va
va
cci
ksi
ksi
ner
ne
ne

Ορισμός και σημασία του "vacciner"στα γαλλικά

vacciner
01

εμβολιάζω

administrer un vaccin pour protéger contre une maladie 
vacciner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vaccine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vaccinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vaccinerai
ενεστώτα μετοχή
vaccinant
παθητική μετοχή
vacciné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vaccinions
Παραδείγματα
Le médecin a vacciné l'enfant contre la rougeole. 

Ο γιατρός εμβολίασε το παιδί κατά της ιλαράς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store