Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vacciner
01
εμβολιάζω
administrer un vaccin pour protéger contre une maladie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
vaccine
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
vaccinons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
vaccinerai
ενεστώτα μετοχή
vaccinant
παθητική μετοχή
vacciné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
vaccinions



























