Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
utiliser
01
χρησιμοποιώ
se servir de quelque chose pour un but précis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
utilise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
utilisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
utiliserai
ενεστώτα μετοχή
utilisant
παθητική μετοχή
utilisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
utilisions
Παραδείγματα
Ils utilisent l' énergie solaire comme source d' électricité.
Αυτοί χρησιμοποιούν την ηλιακή ενέργεια ως πηγή ηλεκτρισμού.



























