utiliser
Pronunciation
/ytilize/

Ορισμός και σημασία του "utiliser"στα γαλλικά

utiliser
01

χρησιμοποιώ

se servir de quelque chose pour un but précis
utiliser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
utilise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
utilisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
utiliserai
ενεστώτα μετοχή
utilisant
παθητική μετοχή
utilisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
utilisions
Παραδείγματα
Ils utilisent l' énergie solaire comme source d' électricité.
Αυτοί χρησιμοποιούν την ηλιακή ενέργεια ως πηγή ηλεκτρισμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store