utiliser
u
y
y
ti
ti
ti
li
li
li
ser
ze
ze

Ορισμός και σημασία του "utiliser"στα γαλλικά

utiliser
01

χρησιμοποιώ

se servir de quelque chose pour un but précis 
utiliser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
utilise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
utilisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
utiliserai
ενεστώτα μετοχή
utilisant
παθητική μετοχή
utilisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
utilisions
Παραδείγματα
J'utilise mon ordinateur pour travailler. 

Χρησιμοποιώ τον υπολογιστή μου για να δουλέψω.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store