la vaccination

Ορισμός και σημασία του "vaccination"στα γαλλικά

La vaccination
[gender: feminine]
01

εμβολιασμός, ανοσοποίηση

action d'administrer un vaccin pour protéger contre une maladie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle a effectué sa vaccination avant de voyager à l' étranger.
Έκανε τον εμβολιασμό της πριν ταξιδέψει στο εξωτερικό.

Λεξικό Δέντρο

vaccination
vaccinate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store