Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tamiser
01
κοσκινίζω, φιλτράρω
passer une poudre ou un ingrédient sec à travers un tamis ou une passoire pour éliminer les grumeaux et obtenir une texture fine et homogène
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
tamise
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
tamisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
tamiserai
ενεστώτα μετοχή
tamisant
παθητική μετοχή
tamisé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
tamisions
Παραδείγματα
Elle tamise la farine avant de préparer le gâteau.
Αυτή κοσκινίζει το αλεύρι πριν από την παρασκευή του κέικ.
02
μαλακώνω, ελαττώνω
rendre quelque chose plus doux, plus léger ou moins intense, comme une lumière, un son ou une sensation
Παραδείγματα
Elle tamise la lumière de la lampe pour créer une ambiance chaleureuse.
Εκείνη μαλακώνει το φως της λάμπας για να δημιουργήσει μια ζεστή ατμόσφαιρα.



























