Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soustraire
01
αφαιρώ, αποσύρω
retirer une quantité d'une autre dans une opération mathématique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
soustrais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
soustrayons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
soustrairai
ενεστώτα μετοχή
soustrayant
παθητική μετοχή
soustrait
α΄ πληθυντικό παρατατικού
soustrayions
Παραδείγματα
Peux -tu soustraire ces deux colonnes ?
Μπορείς να αφαιρέσεις αυτές τις δύο στήλες;
02
κλέβω, αφαιρώ παράνομα
retirer quelque chose ou quelqu'un de manière illicite ou secrète
Παραδείγματα
Des pièces importantes ont été soustraites au dossier.
Σημαντικά κομμάτια αφαιρέθηκαν από το αρχείο.
03
διασώζω, απαλλάσσω
etirer quelqu'un ou quelque chose d'une situation dangereuse ou indésirable
Παραδείγματα
Ce médicament peut soustraire le patient à de grandes souffrances.
Αυτό το φάρμακο μπορεί να απαλλάξει τον ασθενή από μεγάλα βάσανα.
04
αποφεύγω, διαφεύγω
échapper volontairement à une obligation ou une situation contraignante
Παραδείγματα
Se soustraire à l' armée est punissable.
Η αποφυγή του στρατού είναι τιμωρήσιμη.



























