Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sentir
01
αισθάνομαι
percevoir quelque chose avec le corps
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
sens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
sentons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
sentirai
ενεστώτα μετοχή
sentant
παθητική μετοχή
senti
α΄ πληθυντικό παρατατικού
sentions
Παραδείγματα
Je sens le vent sur ma peau.
Αισθάνομαι τον άνεμο στο δέρμα μου.
02
μυρίζω, αντιλαμβάνομαι μια οσμή
détecter une odeur avec le nez
Παραδείγματα
Je sens une odeur de brûlé.
Αισθάνομαι μια μυρωδιά καμένου.
03
μυρίζω, έχει μυρωδιά
avoir une odeur (bonne ou mauvaise)
Παραδείγματα
Cette soupe sent très bon.
Αυτή η σούπα μυρίζει πολύ ωραία.
04
ανέχομαι, υπομένω
supporter ou être affecté par une sensation pénible ou douloureuse (physique ou morale)
Παραδείγματα
Je ne peux pas sentir cette douleur plus longtemps.
Δεν μπορώ να αντέξω αυτόν τον πόνο περισσότερο.
05
αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι
se percevoir dans un état physique ou émotionnel
Παραδείγματα
Je me sens fatigué ce matin.
Νιώθω κουρασμένος σήμερα το πρωί.
06
αισθάνομαι, προαισθάνομαι
avoir une intuition ou une impression intérieure
Παραδείγματα
Je sens qu'il va pleuvoir.
Νιώθω ότι θα βρέξει.



























