révéler
r
ʁe
re
évé
ve
ve
ler
le
le
révérer

Ορισμός και σημασία του "révéler"στα γαλλικά

révéler
01

αποκαλύπτω, φανερώνω

rendre public ou connu quelque chose qui était secret 
révéler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
révèle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
révélons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
révélerai
ενεστώτα μετοχή
révélant
παθητική μετοχή
révélé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
révélions
Παραδείγματα
Elle révèle le secret à ses amis. 

Αυτή αποκαλύπτει το μυστικό στους φίλους της.

02

αποκαλύπτω, δείχνω

rendre visible ou perceptible quelque chose 
révéler definition and meaning
Παραδείγματα
La lumière révèle les détails de la peinture. 

Το φως αποκαλύπτει τις λεπτομέρειες του πίνακα.

03

αποκαλύπτω, αναπτύσσω

faire apparaître une image sur un film ou une photo 
Παραδείγματα
Il révèle les photos dans son laboratoire. 

Αναπτύσσει τις φωτογραφίες στο εργαστήριό του.

04

αποκαλύπτομαι, γίνομαι γνωστός

devenir reconnu ou célèbre auprès des autres 
Παραδείγματα
L'artiste se révèle rapidement auprès du public. 

Ο καλλιτέχνης αποκαλύπτεται γρήγορα στο κοινό.

05

αποδεικνύομαι, δείχνομαι

montrer ses qualités, talents ou compétences 
Παραδείγματα
Il se révèle un excellent musicien. 

Αποδεικνύεται ένας εξαιρετικός μουσικός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store