révéler
Pronunciation
/ʁevelˈe/

Ορισμός και σημασία του "révéler"στα γαλλικά

révéler
01

αποκαλύπτω, φανερώνω

rendre public ou connu quelque chose qui était secret
révéler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
révèle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
révélons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
révélerai
ενεστώτα μετοχή
révélant
παθητική μετοχή
révélé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
révélions
Παραδείγματα
Ils révèlent leurs sentiments après des années de silence.
Αποκαλύπτουν τα συναισθήματά τους μετά από χρόνια σιωπής.
02

αποκαλύπτω, δείχνω

rendre visible ou perceptible quelque chose
révéler definition and meaning
Παραδείγματα
Ce comportement révèle son vrai caractère.
Αυτή η συμπεριφορά αποκαλύπτει τον πραγματικό του χαρακτήρα.
03

αποκαλύπτω, αναπτύσσω

faire apparaître une image sur un film ou une photo
Παραδείγματα
Ils révèlent les négatifs pour préparer les tirages.
Αποκαλύπτουν τα αρνητικά για την προετοιμασία των εκτυπώσεων.
04

αποκαλύπτομαι, γίνομαι γνωστός

devenir reconnu ou célèbre auprès des autres
Παραδείγματα
L' écrivain se révèle peu à peu dans le monde littéraire.
Ο συγγραφέας αποκαλύπτεται σταδιακά στον λογοτεχνικό κόσμο.
05

αποδεικνύομαι, δείχνομαι

montrer ses qualités, talents ou compétences
Παραδείγματα
Ce produit se révèle efficace après plusieurs tests.
Αυτό το προϊόν αποδεικνύεται αποτελεσματικό μετά από αρκετές δοκιμές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store