Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
révéler
01
αποκαλύπτω, φανερώνω
rendre public ou connu quelque chose qui était secret
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
révèle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
révélons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
révélerai
ενεστώτα μετοχή
révélant
παθητική μετοχή
révélé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
révélions
Παραδείγματα
Elle révèle le secret à ses amis.
Αυτή αποκαλύπτει το μυστικό στους φίλους της.
02
αποκαλύπτω, δείχνω
rendre visible ou perceptible quelque chose
Παραδείγματα
La lumière révèle les détails de la peinture.
Το φως αποκαλύπτει τις λεπτομέρειες του πίνακα.
03
αποκαλύπτω, αναπτύσσω
faire apparaître une image sur un film ou une photo
Παραδείγματα
Il révèle les photos dans son laboratoire.
Αναπτύσσει τις φωτογραφίες στο εργαστήριό του.
04
αποκαλύπτομαι, γίνομαι γνωστός
devenir reconnu ou célèbre auprès des autres
Παραδείγματα
L'artiste se révèle rapidement auprès du public.
Ο καλλιτέχνης αποκαλύπτεται γρήγορα στο κοινό.
05
αποδεικνύομαι, δείχνομαι
montrer ses qualités, talents ou compétences
Παραδείγματα
Il se révèle un excellent musicien.
Αποδεικνύεται ένας εξαιρετικός μουσικός.



























