Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
renouveler
01
ανανεώνω, αναζωογονώ
faire de nouveau, rendre neuf ou actif quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
renouvelle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
renouvelons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
renouvellerai
ενεστώτα μετοχή
renouvelant
παθητική μετοχή
renouvelé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
renouvelions
Παραδείγματα
La pluie a renouvelé l'air de la ville.
Η βροχή ανανέωσε τον αέρα της πόλης.
02
ανανεώνω, παρατείνω
faire de nouveau ou prolonger la validité, la durée ou l'existence de quelque chose ou quelqu' un
Παραδείγματα
Il faut renouveler votre carte d'identité.
Πρέπει να ανανεώσετε την ταυτότητά σας.
03
ανανεώνω τον εαυτό μου
changer ou évoluer pour rester neuf, actif ou actuel
Παραδείγματα
Cette artiste sait toujours se renouveler.
Αυτή η καλλιτέχνις ξέρει πάντα πώς να ανανεώνεται.
04
ανανεώνω, αναγεννώ
être produit de nouveau de façon naturelle ou automatique
Παραδείγματα
L'eau des nappes phréatiques se renouvelle lentement.
Το νερό των υπόγειων υδροφορέων ανανεώνεται αργά.



























