renouvelable
Pronunciation
/ʀ(ə)nuv(ə)labl/

Ορισμός και σημασία του "renouvelable"στα γαλλικά

renouvelable
01

ανανεώσιμος, βιώσιμος

qui peut se renouveler ou être remplacé naturellement
renouvelable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus renouvelable
συγκριτικός βαθμός
plus renouvelable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
renouvelable
αρσενικό πληθυντικό
renouvelables
θηλυκό ενικό
renouvelable
θηλυκό πληθυντικό
renouvelables
Παραδείγματα
Le bail est renouvelable pour cinq années supplémentaires.
Η μίσθωση είναι ανανεώσιμη για πέντε επιπλέον χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store