renouvelable
re
ʁə
nouve
nuv
noov
lable
labl
labl

Ορισμός και σημασία του "renouvelable"στα γαλλικά

renouvelable
01

ανανεώσιμος, βιώσιμος

qui peut se renouveler ou être remplacé naturellement 
renouvelable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus renouvelable
συγκριτικός βαθμός
plus renouvelable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
renouvelable
αρσενικό πληθυντικό
renouvelables
θηλυκό ενικό
renouvelable
θηλυκό πληθυντικό
renouvelables
Παραδείγματα
L'énergie solaire est une ressource renouvelable. 

Η ηλιακή ενέργεια είναι ένας ανανεώσιμος πόρος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store