renoncer
Pronunciation
/ʁənɔ̃sˈe/

Ορισμός και σημασία του "renoncer"στα γαλλικά

renoncer
01

παραιτούμαι, απαρνιέμαι

abandonner volontairement quelque chose qu'on pourrait légitimement garder
renoncer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
renonce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
renonçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
renoncerai
ενεστώτα μετοχή
renoncant
παθητική μετοχή
renoncé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
renoncions
Παραδείγματα
L' entreprise a renoncé à son brevet.
Η εταιρεία παραιτήθηκε από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας της.
02

αποσύρομαι, παραιτούμαι

se retirer officiellement d'une compétition ou d'une position
renoncer definition and meaning
Παραδείγματα
Ils ont renoncé à participer aux négociations.
Απαρνήθηκαν να συμμετάσχουν στις διαπραγματεύσεις.
03

παραιτούμαι

arrêter de poursuivre un objectif ou une action
renoncer definition and meaning
Παραδείγματα
L' équipe a renoncé à gagner après le deuxième but.
Η ομάδα παραιτήθηκε από τη νίκη μετά το δεύτερο γκολ.
04

παραιτούμαι, αποποιούμαι

refuser catégoriquement de faire une action
renoncer definition and meaning
Παραδείγματα
L' écrivain renonce à modifier son texte.
Ο συγγραφέας αποποιείται να τροποποιήσει το κείμενό του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store