renoncer
renoncer
ʁənɔ̃se
rēnawse
relancerrenfoncer

Ορισμός και σημασία του "renoncer"στα γαλλικά

renoncer
01

παραιτούμαι, απαρνιέμαι

abandonner volontairement quelque chose qu'on pourrait légitimement garder 
renoncer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
renonce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
renonçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
renoncerai
ενεστώτα μετοχή
renoncant
παθητική μετοχή
renoncé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
renoncions
Παραδείγματα
Il a renoncé à son héritage en faveur de son frère. 

Αποκήρυξε την κληρονομιά του υπέρ του αδελφού του.

02

αποσύρομαι, παραιτούμαι

se retirer officiellement d'une compétition ou d'une position 
renoncer definition and meaning
Παραδείγματα
Le candidat a renoncé à la course présidentielle. 

Ο υποψήφιος αποχώρησε από τον προεδρικό αγώνα.

03

παραιτούμαι

arrêter de poursuivre un objectif ou une action 
renoncer definition and meaning
Παραδείγματα
Elle a renoncé à apprendre le violon après trois mois. 

Αυτή παραιτήθηκε από την εκμάθηση του βιολιού μετά από τρεις μήνες.

04

παραιτούμαι, αποποιούμαι

refuser catégoriquement de faire une action 
renoncer definition and meaning
Παραδείγματα
Il renonce à répondre aux questions des journalistes. 

Αποποιείται να απαντήσει στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store