Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
renoncer
01
παραιτούμαι, απαρνιέμαι
abandonner volontairement quelque chose qu'on pourrait légitimement garder
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
renonce
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
renonçons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
renoncerai
ενεστώτα μετοχή
renoncant
παθητική μετοχή
renoncé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
renoncions
Παραδείγματα
Il a renoncé à son héritage en faveur de son frère.
Αποκήρυξε την κληρονομιά του υπέρ του αδελφού του.
02
αποσύρομαι, παραιτούμαι
se retirer officiellement d'une compétition ou d'une position
Παραδείγματα
Le candidat a renoncé à la course présidentielle.
Ο υποψήφιος αποχώρησε από τον προεδρικό αγώνα.
03
παραιτούμαι
arrêter de poursuivre un objectif ou une action
Παραδείγματα
Elle a renoncé à apprendre le violon après trois mois.
Αυτή παραιτήθηκε από την εκμάθηση του βιολιού μετά από τρεις μήνες.
04
παραιτούμαι, αποποιούμαι
refuser catégoriquement de faire une action
Παραδείγματα
Il renonce à répondre aux questions des journalistes.
Αποποιείται να απαντήσει στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων.



























