Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prévenir
01
προειδοποιώ, ενημερώνω
informer quelqu'un à l'avance ou le mettre au courant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
préviens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prévenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
préviendrai
ενεστώτα μετοχή
prévenant
παθητική μετοχή
prévenu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prévenions
Παραδείγματα
Tu devrais prévenir le médecin si les symptômes persistent.
Θα πρέπει να προειδοποιήσετε τον γιατρό εάν τα συμπτώματα παραμένουν.
02
προλαμβάνω, αποτρέπω
prendre des mesures pour éviter un problème ou un danger
Παραδείγματα
Tu peux prévenir les problèmes en préparant tout à l' avance.
Μπορείς να προλάβεις τα προβλήματα προετοιμάζοντας τα πάντα εκ των προτέρων.
03
προβλέπω, προλαμβάνω
anticiper ou prévoir un événement
Παραδείγματα
Ils prévoient et préviennent les obstacles pour réussir le projet.
Προβλέπουν και προλαμβάνουν τα εμπόδια για να πετύχουν το έργο.
04
στρέφω εναντίον, προκαλώ εναντίωση
inciter ou pousser quelqu'un à agir contre quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
On ne devrait pas prévenir les gens contre quelqu' un sans preuve.
Δεν πρέπει να προειδοποιούμε τους ανθρώπους εναντίον κάποιου χωρίς αποδείξεις.



























