Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prévenir
01
προειδοποιώ, ενημερώνω
informer quelqu'un à l'avance ou le mettre au courant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
préviens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
prévenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
préviendrai
ενεστώτα μετοχή
prévenant
παθητική μετοχή
prévenu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
prévenions
Παραδείγματα
Je préviens mes parents de mon arrivée tardive.
Προειδοποιώ τους γονείς μου για την καθυστερημένη άφιξή μου.
02
προλαμβάνω, αποτρέπω
prendre des mesures pour éviter un problème ou un danger
Παραδείγματα
Il prévient les accidents en respectant les règles de sécurité.
Προλαμβάνει τα ατυχήματα τηρώντας τους κανόνες ασφαλείας.
03
προβλέπω, προλαμβάνω
anticiper ou prévoir un événement
Παραδείγματα
Il prévient les problèmes en planifiant à l'avance.
Προλαμβάνει τα προβλήματα προγραμματίζοντας εκ των προτέρων.
04
στρέφω εναντίον, προκαλώ εναντίωση
inciter ou pousser quelqu'un à agir contre quelqu'un ou quelque chose
Παραδείγματα
Il a prévenu les voisins contre le nouveau propriétaire.
Προειδοποίησε τους γείτονες εναντίον του νέου ιδιοκτήτη.



























