Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
penser
01
σκέφτομαι, αναλογίζομαι
réfléchir ou se concentrer sur quelque chose dans son esprit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pense
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pensons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
penserai
ενεστώτα μετοχή
pensant
παθητική μετοχή
pensé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pensions
Παραδείγματα
Je pense à mon avenir chaque jour.
Σκέφτομαι το μέλλον μου κάθε μέρα.
02
σκέφτομαι
exprimer ou avoir une opinion sur un sujet
Παραδείγματα
Je pense que ce film est excellent.
Νομίζω ότι αυτή η ταινία είναι εξαιρετική.
03
σκοπεύω, σχεδιάζω
avoir l'intention ou envisager de faire quelque chose
Παραδείγματα
Je pense commencer un nouveau projet demain.
Σκοπεύω να ξεκινήσω ένα νέο έργο αύριο.
04
πιστεύω, θεωρώ
croire ou considérer quelque chose comme vrai
Παραδείγματα
Je pense que cette solution est la meilleure.
Νομίζω ότι αυτή η λύση είναι η καλύτερη.
05
θυμάμαι, κρατώ στο μυαλό
garder quelqu'un ou quelque chose à l'esprit
Παραδείγματα
Je pense toujours à mon premier professeur.
Πάντα σκέφτομαι τον πρώτο μου δάσκαλο.
06
σχεδιάζω, σχεδιάζω
préparer ou concevoir quelque chose dans l'esprit avant de le réaliser
Παραδείγματα
Je pense un nouvel aménagement pour mon appartement.
Σκέφτομαι μια νέα διάταξη για το διαμέρισμά μου.



























