pensif
pensif
pɑ̃sɪf
paasif

Ορισμός και σημασία του "pensif"στα γαλλικά

01

σκεπτικός, βαθειά σε σκέψεις

qui est plongé dans ses pensées ou réfléchit profondément 
pensif definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus pensif
συγκριτικός βαθμός
plus pensif
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pensif
αρσενικό πληθυντικό
pensifs
θηλυκό ενικό
pensive
θηλυκό πληθυντικό
pensives
Παραδείγματα
Il est resté pensif après la réunion. 

Παραμένει σκεπτικός μετά τη συνάντηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store